Σάββατο, 6 Ιανουαρίου 2018

ΑΣΤΙΚΕΣ ΔΙΑΔΡΟΜΕΣ IV - ΑΝΟΙΞΗ





ΑΣΤΙΚΕΣ ΔΙΑΔΡΟΜΕΣ IV - ΑΝΟΙΞΗ

Στον Αντώνη που έφυγε έναν Μάιο


ΟΝΕΙΡΟ ΕΑΡΙΝΗΣ ΝΥΧΤΟΣ

Τα προσωπικά ημερολόγια καθενός δεν υπακούουν στους στίχους των ποιητών. Στο δικό μου ημερολόγιο ο Μάιος είναι ο μήνας ο σκληρότερος. Το ένιωθα πάντα ότι η καρδιά της άνοιξης είναι αμείλικτη. Μια εξαιρετικά πρόωρη και αφόρητα οδυνηρή αποδημία αγαπημένου μου προσώπου, επιβεβαίωσε τις υποψίες μου. Όλη αυτή η αιμάσσουσα υπερβολή, ο διονυσιακός οίστρος της φύσης, μοιάζει πρελούδιο μιας φούγκας ανορθόγραφης, εκτός τόνου, σαν εκείνη του Τσέλαν.[1] 

Έκτοτε απομαγεύτηκα από την παρηχητική μαγεία του Μαγιού. Αντιστάθηκα στην υπερβολή της ομορφιάς του. Έγραψα ποιήματα για να διακηρύξω τι σημαίνει για μένα Η ΑΝΟΙΞΗ ΚΑΙ Ο ΚΡΥΜΜΕΝΟΣ ΘΗΣΑΥΡΟΣ της.

Τίποτε το κρυφό την  Άνοιξη
Όλα στο φως, φόρα παρτίδα,
υπερπαραγωγή
χρώματα, μυρωδιές, λουλούδια, πρασινάδες
ροκ μουσικές της φύσης
μεσημέρια απαστράπτουσες αλυκές
ημιλιπόθυμα εσπεριδοειδή δειλινά
νύχτες αστρικά πυροτεχνήματα
αίμα που βράζει οργασμούς
μια συμφωνία μπαρόκ
με όλα τα κλισέ
αλλά τόση ζωή
που κόβει την ανάσα.
Αν δεν υπήρχε αυτή
η χορωδία των αυτόχειρων
στο βάθος της σκηνής
διακριτική βεβαίως
αλλά πολυπληθής
αμετακίνητη
σύννεφο γκρίζο
που μουρμουρίζει
την ίδια πάντα ελεγεία
«Είναι ακόμη τα κυπαρίσσια
το αντίδοτο της λήθης;»
λες κι έχει η μνήμη
κάποια σημασία
για τους νεκρούς,
τότε
ίσως φέτος η άνοιξη
να άντεχε το όνομά της
κι εμείς το βάρος
της ελαφρότητάς της.

Καταγγελτική κι αρνητική απέναντι στα στερεότυπα του Μάη. Υποψιασμένη ότι μια βόλτα στην πόλη ένα μαγιάτικο δειλινό, μπορεί να προκαλέσει παραισθήσεις ομορφιάς, να με κάνει να λησμονήσω το τραγούδι του νεκρού αδελφού. Μόνο που την δέκατη επέτειο ήρθε εκείνος στον ύπνο μου. Πάμε μια βόλτα στην πόλη, την επιθύμησα, ζήτησε. Βγήκαμε παρέα. Μαζί του μπορούσα να αντέξω τα θαύματα.

Δέντρα που φυτρώνουν στις ταράτσες των σπιτιών, βρίσκουν ρίζες στη φθορά και τα χαλάσματα, ευδοκιμούν στο λίγο.



Το κέρας της Αμάλθειας, μεταμφιεσμένο σε νοσταλγική τούμπα, να σκορπίζει φρουτένιες νότες χαμένης αφθονίας. 







Ταξίδια στ’ άστρα με φλογάτο διαστημόπλοιο. Στο τιμόνι του ο Major Tom.


 





Road trips της κοινής μας εφηβείας, που ονειρευτήκαμε αλλά δεν  πραγματοποιήσαμε ποτέ, με αυτοκίνητα – μύθους ή Διακοπές στην Ρώμη με βέσπα ιταλιάνικη.





Βόλτες με ποδήλατο στην Χαριλάου,  στους ουρανούς της νοσταλγίας, αναζητώντας μιαν αθωότητα που εμείς οι ίδιοι κηρύξαμε σε αφάνεια.

Βαρκάδες με γαλανόλευκο σκαρί, κόκκινη καρίνα κι έναν γλάρο να μας συνοδεύει από κοντά.






Ήρεμους πλόες με ιστιοφόρο εμπριμέ, που διασχίζει γαλήνια τα δέντρα που καθρεφτίζονται στις βιτρίνες της πόλης.


Πτήσεις με μαγικό αερόστατο, έτοιμο να απογειωθεί από το ασορτί μπαλκόνι που το φιλοξενεί προσωρινά.








Δες, πετάμε. Πετάμε ανάμεσα στ' αστέρια, εγώ κι εσύ, φωνάζω με λυτρωτική ανακούφιση. 

Μόνο που δεν υπάρχει εγώ και συ. Αέρας υπάρχει κι όνειρα. 

Είναι όμορφα, πρόλαβε να μου πει. Είναι όμορφος ο Μάιος στην πόλη. Ύστερα στροβιλιστηκε στους ανεμόμυλους του μυαλού μου, μέσα στο τούνελ που οδηγεί σ' ένα καινούργιο τούνελ, κάτω στο κενό, στην σπηλιά που δεν φώτισε ποτέ ο ήλιος.





Να μην ήσουν τόσο βιαστικός, του φώναξα θυμωμένη. Δεν νομίζω ότι μ΄άκουσε.





[1] «Η φούγκα του θανάτου», του Πωλ Τσελάν, το «ποίημα του αιώνα», «η Γκουέρνικα της μεταπολεμικής ευρωπαϊκής λογοτεχνίας»,  όπως χαρακτηρίστηκε, αποτελεί μια ποιητική σύνθεση μνημόσυνο για το σύνολο των θυμάτων στα ναζιστικά στρατόπεδα εξόντωσης.

Δευτέρα, 1 Ιανουαρίου 2018

ΑΣΤΙΚΕΣ ΔΙΑΔΡΟΜΕΣ ΙΙΙ - ΧΕΙΜΩΝΑΣ




ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΗ Α-ΤΑΞΙΑ


Ο χριστουγεννιάτικος ήλιος επιμένει ότι δεν έχει σημασία ο χειμώνας. Στο τέλος αυτός θα είναι ο νικητής. Κάνω μερικές διορθώσεις ακόμα στο χτεσινοβραδινό ποίημα

ΤΑ ΣΠΙΤΙΑ ΤΩΝ ΜΙΚΡΟΑΣΤΩΝ

Τα σπίτια των μικροαστών μ’ ανατριχιάζουν,
ιδίως τώρα, μέρες γιορτινές.
Τραπεζομάντηλα καλά, στο χέρι κεντημένα,
σερβίτσια πορσελάνινα λευκά,
μαχαιροπήρουνα ασημένια,
κρυστάλλινα ποτήρια αστραφτερά
με στέρηση αποκτημένα.
Στη μέση της ροτόντας αναμμένα
δυο – τρία κεριά λευκά, γιορταστικά.
Πλούσια εδέσματα,
γλυκά και κουραμπιέδες,
τάξη, ησυχία και χαρά, πολύ χαρά
πάνω σε χειροποίητα ή μηχανής
πορφυροκόκκινα χαλιά
που κρύβουν από κάτω τους το μίσος,
την ανία, την πιο βαθιά τους μοναξιά,
Σε τέτοιο σπίτι εδώ και χρόνια
γερνώ ανούσια, ανιαρά.
Καλά Χριστούγεννα, Χαρούμενη Πρωτοχρονιά!

Μετά αποφασίζω να βγάλω βόλτα την ανεόρταστη διάθεσή μου. Βγαίνοντας από το ασανσέρ συναντώ την ηλικιωμένη κυρία που καθαρίζει τις σκάλες της οικοδομής. Της εύχομαι ευγενικά ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ. Αδύνατη σα σπουργιτάκι, δυνατή σαν την ανάγκη της. Μου απαντάει εξίσου ευγενικά, σε ελληνικά σπασμένα σαν τις βάρκες που ξεβράζονται στα νησιά. Ήχοι ακατανόητοι. Προσπαθώ να επικοινωνήσω, να της δώσω μια απάντηση που να έχει νόημα. Μάταια. Κάνω προθέρμανση για τις ασκήσεις ταξικής ανοχής και αντοχής που με περιμένουν λίγο πιο κάτω, στην πλατεία Αριστοτέλους. 

Επίθεση κακογουστιάς κατά μέτωπον. Ορδές εορταζόντων σέρνουν παιδάκια τρομαγμένα από την τόση ασχήμια, προς την πληρωμένη ακριβά, πλαστική, άναρθρη διασκέδαση. Για τα παιδιά, όλα για τα παιδιά! Πάνω απ’ όλα τα παιδιά! Πού θα πάει, θα συνηθίσουν κι αυτά το τίποτε των γονιών τους, της πόλης, της χώρας. Αν όχι, μπορούν πάντοτε να φύγουν, να πάνε αλλού. Εδώ θα μείνουν οι γέροι, να τρώνε παγωτό Magnum. 

Κολυμπώ ανάμεσα σε γύφτισσες που μαλώνουν και βρίζονται μεταξύ τους, ψήνουν καλαμπόκια και κάστανα, φτιάχνουν ποπκόρν και μαλλί της γριάς – έχω βαρεθεί να το βλέπω να κρέμεται άλουστο κι ημιθανές εδώ και χρόνια στον καναπέ του σαλονιού μου– πουλούν κακόγουστα μπαλόνια που ελπίζουν να βρουν ευκαιρία να δραπετεύσουν.





Δεν τα παρατάω αμέσως. Διασχίζω με αποφασιστικότητα όλη την Αριστοτέλους, βγαίνω στην παραλία, βαδίζω ανάμεσα στους θαμώνες των καφενείων που λιάζονται με έναν καφέ στο χέρι, υπό τους ήχους εκκωφαντικής, ψυχοβόρας μουσικής. Αδύνατον να ακούσει ο ένας τον άλλον. Ευτυχώς. 
Περνώ απέναντι, δίπλα στη θάλασσα. Δεν είναι αρκετή για να ξεπλύνει το μέγα πλήθος των περιπατητών. Οι λιγοστοί ποδηλάτες έχουν καταθέσει τα όπλα, τίποτε δεν νικάει αυτό το ανθρώπινο ποτάμι, που πηγαινοέρχεται πάνω – κάτω χωρίς προορισμό. Αντέχω χάρη στο ραδιόφωνο που μου κρατάει σφιχτά το χέρι. Λίγο ακόμα, λίγο ακόμα, κουράγιο.  Πριν φτάσω στο Λευκό Πύργο ξεκινάει αφιέρωμα στην Εντίτ Πιάφ. Από την κρατική ραδιοφωνία φυσικά. Να είναι καλά οι άνθρωποι.

 Το Πλήθος (La foule) δίνει το σήμα για την συντεταγμένη υποχώρησή μου.


΄



Ξαναβλέπω την πόλη σε γιορτή, σε παραλήρημα
ασφυκτικό μέσα  στον ήλιο και τη χαρά
και ακούω μουσική, φωνές και γέλια
που ξεσπούν και ξεπηδούν τριγύρω μου
Και χαμένη μεσ’ το πλήθος που με σπρώχνει
ζαλισμένη, μπερδεμένη, μένω εκεί.


Ξέρω το δρομολόγιο που θα ακολουθήσω για να συνέλθω από το ταξικό σοκ που μου προκάλεσε η τόση συνάφεια με το πλήθος. Ανεβαίνω τη Δημητρίου Γούναρη, στρίβω δεξιά στην Πλατεία Φαναριωτών, βγαίνω στη Λώρη Μαργαρίτη και σε λίγο φτάνω στην Προξένου Κορομηλά. Η ατμόσφαιρα αλλάζει δραστικά. Κυκλοφορώ σχεδόν μόνη, οι λίγοι περαστικοί είναι καλοντυμένοι, διακριτικοί, ήσυχοι, οι βιτρίνες αποπνέουν καλό γούστο. Εισέρχομαι στο βασίλειο των αστών. Η ισορροπία του κόσμου αρχίζει να αποκαθίσταται. Μαύρα, αιθέρια φορέματα ανάμεσα σε χρυσά αστέρια, λευκά ελάφια, χαριτωμένους πιγκουίνους, άγγελους, πολύ όμορφους άγγελους. 



Κανένας δεν παραδέχεται σ’ αυτό το βασίλειο ότι οι πραγματικοί άγγελοι δεν προλαβαίνουν να είναι όμορφοι, λευκοί, αστραφτεροί. Ότι κυκλοφορούν ατημέλητοι, σκονισμένοι, με μάτια κουρασμένα, χέρια σκασμένα, χείλη αγέλαστα, καρδιά που προσπαθεί να χωρέσει τον ανθρώπινο πόνο. Αυτό είναι που με μαγνητίζει στο βασίλειο των αστών. Η ικανότητά του να καλύπτει την ασχήμια, να αρνείται την αλήθεια, να φτιάχνει παραμύθια που κανένας δεν πιστεύει, αλλά όλοι προσποιούνται ότι πιστεύουν για να μην διαταράξουν την τάξη στην τάξη τους. Η παντοκρατορία της εικόνας! Σαγήνη  και στιγμιαία παρηγοριά για τους παράνομους μετανάστες, όπως εγώ, αυτής της αόρατης χώρας. 

Στο απέναντι κατάστημα ένα πρωτότυπο ζευγάρι σκουλαρίκια, ένας ταχυδακτυλουργός  που υψώνει στον αέρα την ωραία ημίγυμνη συνεργάτιδά του. Μόνο που κανένα κόλπο μαγικό δεν μπορεί να τον βγάλει έξω από τα σιδερένια ρολά της βιτρίνας. Χαιρετώ το καταδικασμένο να επαναλαμβάνει αιώνια το ίδιο νούμερο ζευγάρι, σιγοτραγουδώντας μαζί με την Εντίτ «Παντάμ, παντάμ».






Ο ρυθμός που τρέχει πίσω μου, που με καλεί να θυμηθώ παλιές αγάπες,  που κάποια μέρα θα με κάνει να τρελαθώ. Προσπερνώ το παρελθόν χορεύοντας βαλσάκι. Υπάρχουν τωρινές αγάπες που η απουσία τους πονάει πιο πολύ από τις  παλιές.

Στο παρελθόν παραπέμπει το κατάστημα με τα γαλαζοαίματα παιδικά ρούχα της Μαρί Σαντάλ. Στο τζάμι το χαριτωμένο σκίτσο ενός μικρού πρίγκιπα, με καπέλο  που θυμίζει γελωτοποιό. Έχουν και οι έκπτωτοι μονάρχες αίσθηση του χιούμορ. 


H ζωή όμως ακόμη μεγαλύτερη. Απέναντι σχεδόν, μια διακριτική ταμπέλα διευκρινίζει : «Service  Κρυστάλλων». Να πού μπορούν να πηγαίνουν οι τέως βασιλείς τα σπασμένα κρύσταλλά τους. Αφού δεν μπορεί να σωθεί η βασιλεία, ας σωθούν τουλάχιστον τα σερβίτσιά της. Κολλάω το πρόσωπό μου στη βιτρίνα, μαγεμένη από τα υπέροχα κρυστάλλινα αντικείμενα που βρήκαν γιατρειά στα χέρια του ειδικού θεραπευτή. Ο γητευτής των κρυστάλλων. Κάθε ένα διαφορετικό, κάθε ένα πιο όμορφο από το προηγούμενο.  


La vie en rose. Τί φωνή που έχει αυτή η γυναίκα! 





C'est toi pour moi, moi pour toi dans la vie.

Δεν χρειάζεται να ξέρεις γαλλικά για να καταλάβεις τι σημαίνουν τα λόγια. Το μεγάλο ζητούμενο! Η ύστατη ουτοπία. Το ξέρει η Εντίτ ότι δεν θα το βρει ποτέ, αλλά δεν σταματά μέχρι το τέλος να το αναζητά. Γιατί αλλιώς η ζωή είναι μια φυλακή χωρίς νόημα.

«ΛΕΥΤΕΡΙΑ ΣΤΗΝ ΕΥΗ ΣΤΑΤΗΡΗ – απεργό πείνας από 14/09». Ο τοίχος του Μακεδονικού Μουσείου διεκδικεί ορθογραφημένα και καλλιγραφικά δικαίωση και αποφυλάκιση για την Εύη Στατήρη. Ποια είναι αυτή η Εύη Στατήρη και γιατί κάνει απεργία πείνας; Κυρίως τι χρειαζόταν το επίθετο; ΛΕΥΤΕΡΙΑ ΣΤΗΝ ΕΥΗ. Σκέτο. Θα ήταν αρκετό. Επιταχύνω το βήμα μου. Ο δρόμος έχει αρχίσει ήδη να χάνει τον χαρακτήρα του. Η Αγία Σοφίας είναι το όριο του βασιλείου της καλαισθησίας.


Πλησιάζω πάλι την Αριστοτέλους υπό τους ήχους του Ακκορντεονίστα.



Η ευγενική φωνή στο ραδιόφωνο υπενθυμίζει το τραγικό τέλος της Πιαφ. Σαράντα επτά χρονών διαγιγνώσκεται με ανίατο καρκίνο. Εκείνη όμως εξακολουθεί να τραγουδά και να γράφει τραγούδια. Ως το τέλος. Το τελευταίο τραγούδι που έγραψε με συνοδεύει στην είσοδο της πολυκατοικίας.






Je m’ en fous
Je repars à zero.

Το ασανσέρ φτάνει στο ζερό. Βγαίνει από μέσα η ηλικιωμένη καθαρίστρια. Μας καθάρισε και ετοιμάζεται να φύγει. Κάπως έτσι μοιάζουν οι επί γης άγγελοι, σκέφτομαι. Αδύνατοι σαν σπουργιτάκια, δυνατοί σαν την ανάγκη μας. Χαιρετιόμαστε και πάλι ευγενικά. Αυτή τη φορά μου λέει κάτι για μια κυρία που έκανε περμανάντ και ξεχάστηκε και κάηκαν τα μαλλιά της. Αυτό καταλαβαίνω τουλάχιστον. Τι να απαντήσω; Σιωπώ. Έτσι κι αλλιώς τελείωσε η ταξική μου γυμναστική.
Κλείνω την πόρτα. Κλείνει και η εκπομπή με την Εντίτ να τραγουδά την ΟΜΟΡΦΗ ΠΟΛΗ. 




Λες;
Μπα!


ΑΣΤΙΚΕΣ ΔΙΑΔΡΟΜΕΣ IV - ΑΝΟΙΞΗ

ΑΣΤΙΚΕΣ ΔΙΑΔΡΟΜΕΣ IV - ΑΝΟΙΞΗ Στ ον Αντώνη που έφυγε έναν Μάιο ΟΝΕΙΡΟ ΕΑΡΙΝΗΣ ΝΥΧΤΟΣ Τα προσωπικά ημερολόγια καθενός ...